Η ΒΑΦΤΙΣΗ
Τὸ βλέμμα μου εἶναι μιὰ πέτρα σιωπηλὴ
Στὸ περιστέρι τὸ λευκὸ θέλει καὶ μόνο νὰ χαρίζεται.
Τὸ βλέμμα μου εἶναι ἕνα ἐπίμονο καρφὶ
Στὸ μῆλο τῆς μηλιᾶς ξέρει καλὰ στὰ ἴσια νὰ βυθίζεται.
Τὸ βλέμμα μου εἶναι ὅλο τὸ αἷμα μου
Μ ̓ αὐτὸ ἡ κόρη μου ἡ Ἰνὼ ἡ Βῆτα βαφτίζεται ἡ ὥρα δώδεκα αὐτὴν τὴν νύχτα.
ΤΟ ΘΗΡΑΜΑ
Εἶμαι τὸ θήραμα
Κι εἶμαι ὁ γητευτὴς
Εἶπε στὰ στάχυα ἕνας θεατὴς – στὴν ἄβυσσο, λέγανε, εἴτανε ὁ πιὸ καλὸς ὁ λογιστής.
Τὸ δρεπάνι τὸν ἄκουσε
Τὸν ἄκουσε κι ὁ θεριστής.
Σὰν τέλειωσε ὁ θερισμὸς κι ἁπλώθηκε τὸ κόκκινο σεντόνι καταγῆς
Πάνω του γονάτισε ὁ Φάνης τῶν ἀστεριῶν ὁ ταπεινὸς προσκυνητής.