Η μυστική αποβάθρα

Ποιήματα της Συλλογής

Ο αγώνας

Στο δρόμο της παλιάς της γειτονιάς

Εκεί όπου

σ’ εξέδρα πρόχειρη έχουν παιχτεί

Χριστούγεννα Ανάσταση και ένας γάμος

Εκεί

το αίμα των παιδιών κυλά απ’ το πρωί

δίχως καλά καλά να έχει πήξει

Εκεί

βγήκε

μέταλλο ανέπαφο

η σιωπή

το τέλος της γιορτής

για να σφυρίξει.

Στο δρόμο της παλιάς της γειτονιάς

εκεί όπου

η σκόνη

– φωνή κι αυτή της σιωπής –

ξέρει καλά το πώς να απλωθεί

      μόνο

του λουλουδιού το αποτύπωμα

έχει αντισταθεί

και το μισό του φεγγαριού που το φωτίζει.

Στο δρόμο της παλιάς της γειτονιάς

σ’ εξέδρα πρόχειρη

μέσα στο αίμα τη σκόνη και τη σιωπή

η άθλια και πάλι η ζαριά όπου να’ ναι θα ριχτεί

Μα το δικό σου το αποτύπωμα κανείς δεν θα τ’ αγγίξει.

Η δέηση

Αύριο πρέπει οπωσδήποτε να δεηθούμε

Να μην πνίξει η λάσπη τα λουλούδια

Και στην πλάτη που χαμογελάει

να μη χωθεί εκείνο το παλιό καρφί.

 

Αύριο πρέπει οπωσδήποτε να δεηθούμε

πριν το σπίτι μας ολότελα αδειάσει

κι η Καληνύχτα μας

(τρόπος του λέγειν καληνύχτα)

σαν ουρλιαχτό

αφήσουμε να ακουστεί.

Αύριο πρέπει οπωσδήποτε να δεηθούμε.

Για σήμερα Καλή σας Νύχτα, κύριε Ντέξτερ,

θλιβερέ μας θεατή.

 

Το φορτίο

      Κανείς δεν μας κοιτά που ταξιδεύουμε

γιατί στον κάμπο

Άλογα τρελά

Ποδοπατούν τα κρίνα

Κανείς δεν μας κοιτά που ταξιδεύουμε.

Κι όμως

στον ουρανό ψηλά

πολλά πουλιά

πετούν σαν να γελούν

και με τα άλογα

και με τα κρίνα.

   Γιατί

Ναι, ταξιδεύουμε

        Μαζί μ’ εκείνο το κουλούρι που αγόρασε ένα πουλί

και φαρμακώθηκε

Μαζί μ’ εκείνη τη φωτογραφία του παιδιού που ανέβηκε μια

σκάλα

και σκοτώθηκε.

Ναι μ’ αυτά ταξιδεύουμε

Μήπως

αύριο ή το πολύ μεθαύριο

δώσει ο κάμπος

νερό στον ουρανό

κι αναστηθούμε.

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

 

Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2005

Η ΑΝΕΜΩΝΗ ΚΑΙ Ο ΙΛΙΓΓΟΣ

Ποιήματα της Συλλογής

Το χιόνι

Ο ένας μίλαγε για σημειώματα

Ο άλλος για ένα κουτί κλειστό

Κι ένας άλλος έλεγε «αβάσταχτο που είναι το σκοτάδι!»

Καθόταν και τον έκλεβαν

Μήπως και βγουν τα ποιήματα

Μήπως και βρει την ανεμώνη.

Από καιρό τα μάτια του ετοίμαζε

για έναν ουρανό γεμάτο χιόνι

Τότε θα άφηνε

τη δουλειά σ’ εκείνον το σταθμό

Τότε θα γέμιζε τις χούφτες του

λευκή ζωή λευκή

λευκό δικό του χιόνι.

Καθόταν και τον έκλεβαν

Το στόμα του το έδενε

η ίδια πάντα ρίμα

Εδώ το κρίμα

κι εκεί το ποίημα.

Η φωτογραφία 

               Πώς χάσκουνε τα μάτια σου

          παλιό ξενοδοχείο

          Ο ήλιος πεταρίζοντας

          Δωμάτιο – δωμάτιο

          κλείνει ανοίγει

          τις πληγές σου

          Και το νερό

          Ασάλευτο

          βαρύ

          σε κάνει να επιπλέεις.

Πνιγμένοι πόθοι ο Τάσος η Ευρυδίκη η Κική

Νεκρά ταξίδια η Ανθή ο Γιάννης ο Διομήδης

Στη λάσπη είναι το κλειδί

Σαπίζει η σχισμή

Δίχως αίμα είναι το κρεβάτι

–  Για δέστε, λέει το πουλί του άλλου τραγουδιού

Πώς χάσκουνε τα μάτια του

Πώς οι ζωντανοί φωτογραφίζονται με τους αποθαμένους.

Η μαγική σκάλα

Μια μαγική σκάλα με ορίζει

Τα σπίρτα ανάβουν μες στη σκόνη

Τα μάτια μου ανάβουν με τα σπίρτα.

Σβήνουν τα σπίρτα

Σβήνουν τα μάτια μου

Μένει η σκόνη.

Μια μαγική σκάλα με ορίζει

Πέρα από τις φωτογραφίες ανθίζει η ανεμώνη

Τίποτα δεν ανθίζει πέρα από την ανεμώνη

Μένει το τίποτα

Ξεράθηκε και πάλι η ανεμώνη

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

 

Εκδόσεις Νέας Πορείας, Θεσσαλονίκη 1982

Η αριθμητική της Περσεφόνης

Ποιήματα της Συλλογής

 Η αργία

       Σήμερα όλα είναι κλειστά.

      Των δένδρων τα κλαδιά

      θροίζουν σαν χέρια παιδικά

      που δεν εγνώρισαν τα δώρα.

      Σήμερα όλα είναι κλειστά.

      Πίσω από το όνειρο

      Ένα φαρμακείο

      μ’ άσπρα παράθυρα

      κόκκινες σκέψεις

      και σταυρωμένα ξύλα

      Σκύβει, θέλει να μου μιλήσει.

Η αριθμητική της Περσεφόνης

 Έλεγαν από καιρό πως ήξερε καλά

την αριθμητική της Περσεφόνης.

Όχι. Δεν μετρούσε

Τον κολυμβητή που πνίγηκε

Την εκδρομή που κάηκε.

Μετρούσε

Την εκλογή της θάλασσας

Τον θάνατο της εκλογής.

   Μετρούσε

Έγραφε

Δεν έγραφε

Έτρεφε

Ανέστρεφε

Μία πανσέληνο

Νεκρός.

Η παράσταση

Με τα νεκρά τα όνειρα

θα βγω να παίξω πάλι.

Κάτι θα βρω για να φορέσω

Ό,τι απόμεινε απ’ το φεγγάρι.

Με τις εικόνες μου

θα βγω να παίξω πάλι.

Κάτι θα βρω για να χορέψω.

  Ό, τι απόμεινε απ’ το σκοτάδι

Για το στολισμένο καράβι της Πρωτοχρονιάς

Γυρεύουμε ν’ αντέξουμε

Την παγωνιά στο θέατρο

Το θέατρο της παγωνιάς

Ίσως ο χρόνος μας να είναι πλαστός

Ίσως να είναι κλειστός ο κήπος

Όσοι μας βλέπουνε

γυρίζουν σπίτι τους

Το φόβο σβήνουνε

αργά προφέροντας

το όνομά τους.

–        Γιώργος

–        Μαρία

–        Ελευσίς

Κι όμως

Κι όμως

Κανείς

Κανείς δεν τους θυμάται

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Εκδόσεις Νέας Πορείας, Θεσσαλονίκη 1982

Ο δίσκος με τα στίγματα

Ποιήματα της Συλλογής

Το δέσιμο:

(Χθες)

  Στη μεθόριο

  το φεγγάρι

  ήταν ένα άνθρωπος κλειστός

  και κάρφωνε μια μέλισσα.

(Σήμερα)

Στην προκυμαία

δεν θα καταλάβουν τίποτα.

Εκ νέου ένα φορτίο με σταφίδες θα αποπλεύσει.

(Κι όμως)

Κάτι παράξενο είχαν οι διαφημίσεις.

Πάλι ο δίσκος είτανε κενός

Πάλι γεμάτα στίγματα τα ψάρια

Στους μύλους τους φωσφορικούς

Αυτοί.

Αυτοί δεν έφεραν μηνύματα.

Της πόλης μας τα κτίσματα

έζωσαν με σύρματα λεπτά/ηλεκτρισμένα.

             ΜΟΝΟ

εξαίρεσαν

τους μύλους τους φωσφορικούς

που κάτωθέ τους διάβαινε

–εμέσσων νεαρός–

ο ποταμός Αχέρων.

Η είσπραξη του μύθου

Τα λόγια της Γοργόνας για τον βασιλιά

δεν είτανε σπασμένα φτερά

ή σκεύη πλαστικά που έλιωσαν από την κακή τη χρήση.

Είτανε νομίσματα που εισέπραττε

Δίνη του λόγου

Δίχως φως

η Ιοκάστη.

 

Η (παιδική) χαρά

Στην Παιδική Χαρά

παίζουν οι κούκλες των παιδιών

το ίδιο πάντοτε παιχνίδι

Κι ο ήλιος

– ο αιμάτινος μύλος –

λιώνει αμίλητος

τα μήλα του θανάτου.

Η κάθοδος

Όταν καμιά φορά τα μάτια του ανέβαιναν από τους γκρεμούς

αναστημένα

έβλεπες μέσα τους έβλεπες

Πρόβατα σφαγμένα

Παλιές ημερομηνίες

Κι έλεγες

Στο κρεοπωλείο του πόθου

Έλεγες

– Με λένε Τειρεσία

Σε λένε Πασιφάη

 

Σημειώσεις για την ακινησία των φιδιών

Την ώρα που σκοτείνιαζε

κατάλαβε πως πια δεν είχε χέρια.

Δύο μαχαίρια χάραζαν τα μήλα

Σα να μετέφραζαν Οιδίποδα

Σα να μετέφραζαν Οιδίποδα

για λίγο σκοτωμένο φως.

Η επέτειος

Βαδίζουμε ανάμεσα σε εκείνο το γνωστό κενό

και σε μικρούς σωρούς από σκουπίδια

Γι’ αυτό τα χέρια μας βυθίζουμε κρυφά στις τσέπες των ονείρων

Γι’ αυτό τα χείλη του ψαριού είναι κλειστά

Γι’ αυτό οι σκέψεις μας όλο και μας ρωτούν:

Πώς βαλσαμώνουνε τις πεταλούδες;

 

Εκδόσεις Νέας Πορείας, Θεσσαλονίκη 1982

Έσοπτρος

Ποιήματα της Συλλογής :

Η μη ύπαρξη του Μήτρου Λίτζα

– Θα  ήθελα να πήτε…

Κύριε, ποιος εμποδίζει τη στάχτη του πόθου μας να την προσφέρουμε,

σε χρυσοποίκιλτους κρατήρες, στο σκίτσο της πόλης· παραφράζοντας σε κάθε

κρατήρα τα τρομαγμένα ποιήματα του απειράριθμου ποιητή

Καθώς

       Η ομήγυρις των εκλεπτυσμένων χαρταετών

      υπέμενε ικανοποιητικά το σήμα κινδύνου

  ενός ανελκυστήρος

  Καθώς

            Η δόξα μιας εφήμερης περούκας

    Καθώς

            Οι υποσχέσεις των ποιητών.

      Ίσως έτσι

      εγώ και η ατμόσφαιρα

      προωθούμε το αδιέξοδο

  των απωλεσθέντων σχεδίων

μιας ελπίδας

          ως τα όρια μιας ομφαλικής ευγένειας.

  Κοίλη

Επάνω σε αυτήν την πέτρα με τα φίδια τοποθετείται ένα γράμμα.

Κάποτε – άγνωστον πώς – η πέτρα ρέει ύδωρ

Τα φίδια πνίγονται

 Το γράμμα παραμένει.

 

ΗΛΙΟΚΡΥΠΤΟΣ

Κληδών    

 

Τσέμπαλα κίβδηλα

Κι όμως δυο μάτια

ράβουνε πανιά μαύρα.

Η νυκτική ομπρέλα

Όταν αναπτύσσεται

Οι παραστάτες της χειρονομούν με τα σπαθιά

Δεν είναι ομπρέλα είναι ρύγχος

Όχι πετεινός αλλ’ αγγίστρι που βασανίζει

γονυπετώς.

Κόρδακας και Κόρακας.

Τερατεία

Ο αρουραίος που υποστέλλει τις λέξεις

και έπειτα παράφορα ρίχνει τις σκάλες

Ο αρουραίος που με τις δαγκάνες

κυκλώνει την πέτρα

είναι η Αγαύη που κυοφορεί.

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 Εκδόσεις Νέας Πορείας, Θεσσαλονίκη 1982